- ἐπικαθαίρω
- ἐπι-καθαίρω, abwischen, reinigen
Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.
Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.
επικαθαίρω — ἐπικαθαίρω και ἐπικαθαρίζω (AM) 1. καθαρίζω ακόμη περισσότερο 2. μέσ. ἐπικαθαίρομαι καθαρίζομαι επί πλέον (για συμπληρωματική έμμηνη ρύση). [ΕΤΥΜΟΛ. < επί + καθαίρω «καθαρίζω»] … Dictionary of Greek
επικαθαιρώ — ἐπικαθαιρῶ, έω (Α) καταρρίπτω, γκρεμίζω, καταστρέφω επί πλέον ή μετά από άλλους («ἐπικαθελών τὸ ἐν Τέῳ τεῖχος», Θουκ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < επί + καθ αιρώ «κατεβάζω, σύρω κάτω»] … Dictionary of Greek
επικάθαρσις — ἐπικάθαρσις, ἡ (Α) [επικαθαίρω] 1. συμπληρωματική, πρόσθετη κάθαρση 2. καθάρισμα, κάθαρση … Dictionary of Greek